navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Χ › χάλυβας

χάλυβας

ο, ουσ.

(μεταλλ.) ανθεκτικό και σκληρό μέταλλο, κράμα σιδήρου και άνθρακα που περιέχει λιγότερο από 1% μαγγάνιο και πολύ μικρά ποσοστά πυριτίου, φωσφόρου, θείου και οξυγόνου, γνωστό και ως ατσάλι, (φρ.) «χάλυβας κατεργασμένος / νικελιούχος / χρωμιούχος / ημίσκληρος / ανοξείδωτος / αντιμαγνητικός / σφυρήλατος / ακατέργαστος / φερριτικός / οπλισμού σκυροδέματος / περλιτικός».

Ετυμολογία

< αρχ. χάλυψ.

Παράγωγα

χαλύβδινος, χαλυβδώνω.

Σύνθετα

εργαλειοχάλυβας, χαλυβοβιομηχανία, χαλυβογραφία, χαλυβδογωνία, χαλυβοποιείο, χαλυβδοποιώ, χαλυβοταινία, χαλυβδόφυλλο, χαλυβόχρωμος και χυτοχάλυβας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «χάλυβας», σ. 909. https://navalhistory.gr/lexiko/χαλυβασ/