navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φώκια

φώκια

η, ουσ. [αρχ. φώκη]

φώκια, εικόνα από το έντυπο

(ζωολ.) μεγαλόσωμο αμφίβιο σαρκοφάγο θηλαστικό, με λείο τρίχωμα, μακρουλό κεφάλι, μεγάλα μάτια και οξύ ρύγχος, ζει και αναπαράγεται στις ακτές, (φρ.) «φώκη, ή φώκια η γροιλανδική / η παγόφιλος / η μεσογειακή / η μοναχός [Monachus monachus] / η δακτυλιωτή / η κοινή / η λοφιοφόρος ή κυστοφόρος / η ταινιωτή / της Κασπίας / της Βαϊκάλης / γενειοφόρος / ραβδωτή / γκρίζα / λεοπάρδαλη / καρκινοφάγος / του Βέντελ», 2. (μτφ.) γυναίκα άσχημη, άχαρη ή χοντρή και δυσκίνητη.

Σύνθετα

ομματοφώκη, φωκαλιευτικό, φωκομελία και φωκομελής [ιατρ.].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φώκια», σ. 902. https://navalhistory.gr/lexiko/φωκια/