navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φύσαλος

φύσαλος

ο, ουσ.

  1. (ζωολ.) είδος βατράχου, φρύνου, που φουσκώνει τόσο πολύ σε σημείο να σκάσει, έχει δηλητηριώδη ανάσα
  2. (ιχθυολ.) α) τερατόμορφο και δηλητηριώδες ψάρι που μπορεί να φουσκώνει, β) είδος πτεροφάλαινας που διανύει εύκολα μεγάλες αποστάσεις και τρέφεται με ζωοπλαγκτόν.

Ετυμολογία

< αρχ. φυσάω < φῦσα [= άνεμος, πνοή, φύσημα] + [επίθημα] -αλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φύσαλος», σ. 901. https://navalhistory.gr/lexiko/φυσαλοσ/