φωτισμός
ο, ουσ.
- παροχή ή ύπαρξη φωτός, (φρ.) «έντονος / ζωηρός / δυνατός / κρυφός / εκτυφλωτικός / πλούσιος / χαμηλός / ελλιπής / κακός / βοηθητικός / άπλετος / ανεπαρκής / φυσικός / τεχνητός / θερμός / ψυχρός φωτισμός», συνών. φώτισμα, φέξιμο
- (συνεκδ.) το σύνολο των συσκευών και των λαμπτήρων τους σε ένα χώρο
- (φυσ.) η ποσότητα του φωτός που δέχεται μία επιφάνεια σ’ ένα δευτερόλεπτο
- (εκκλ.) το βάφτισμα.
Ετυμολογία
< μτγν. φωτισμός [= φως, λαμπρότητα]. Κάλαντα Φώτων Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθετ' η κυρά μας η Παναγιά. Κάλημερα, κάλησπερα. Καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά. (x2) Όργανο βαστάει, κερί κρατεί και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί…
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωτισμός», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωτισμοσ/