navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φωτισμός

φωτισμός

ο, ουσ.

  1. παροχή ή ύπαρξη φωτός, (φρ.) «έντονος / ζωηρός / δυνατός / κρυφός / εκτυφλωτικός / πλούσιος / χαμηλός / ελλιπής / κακός / βοηθητικός / άπλετος / ανεπαρκής / φυσικός / τεχνητός / θερμός / ψυχρός φωτισμός», συνών. φώτισμα, φέξιμο
  2. (συνεκδ.) το σύνολο των συσκευών και των λαμπτήρων τους σε ένα χώρο
  3. (φυσ.) η ποσότητα του φωτός που δέχεται μία επιφάνεια σ’ ένα δευτερόλεπτο
  4. (εκκλ.) το βάφτισμα.

Ετυμολογία

< μτγν. φωτισμός [= φως, λαμπρότητα]. Κάλαντα Φώτων Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός η χαρά μεγάλη κι ο αγιασμός. Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθετ' η κυρά μας η Παναγιά. Κάλημερα, κάλησπερα. Καλή σου μέρα αφέντη με την κυρά. (x2) Όργανο βαστάει, κερί κρατεί και τον Αϊ-Γιάννη παρακαλεί…

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωτισμός», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωτισμοσ/