navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φωτίζω

φωτίζω

ρ.

[μετβ. και αμετβ.]

  1. δίνω φως, φέγγω, αντών. συσκοτίζω
  2. συμβουλεύω
  3. ερμηνεύω, εξηγώ, διαλευκαίνω.

Ετυμολογία

< αρχ. φωτίζω.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωτίζω», σ. 904. https://navalhistory.gr/lexiko/φωτιζω/