φωταγώγιο
το, ουσ.
μικρό υαλόφρακτο χώρισμα ανοιγμένο στον τοίχο πυριτιδαποθήκης πολεμικού πλοίου, που χρησιμεύει για φυσικό φωτισμό των εσωτερικών χώρων.
Ετυμολογία
< φωταγωγός + -ιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωταγώγιο», σ. 903. https://navalhistory.gr/lexiko/φωταγωγιο/