υδρόλυση
η, ουσ.
(χημ.) χημική διάσπαση μιας οργανικής ένωσης υπό την επίδραση του νερού.
Ετυμολογία
< νεολατιν. hydrolysis < hydro- [= υδρο- < αρχ. ὕδωρ] + -lysis [< αρχ. λύσις = λύσιμο, απελευθέρωση, απαλλαγή, απολύτρωση].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρόλυση», σ. 863. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρολυση/