φθόριο
το, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(χημ.) αέριο χημικό στοιχείο, κιτρινοπράσινου χρώματος, με δηκτική οσμή, εξαιρετικά δραστικό και δηλητηριώδες, ο ατομικός του αριθμός 9 ενώ το χημικό του σύμβολο F, σχηματίζει πολλές χημικές ενώσεις, χρησιμοποιείται στη βιομηχανία πλαστικού, στη μεταλλουργία, τη φαρμακευτική κ.α.
Ετυμολογία
< γαλλ. phthor(e) -ιον < αρχ. φθορά (επειδή φθείρει τα δοχεία), ή
ή < μσν. φθόριον [= φάρμακο που καταστρέφει το έμβρυο].
Παράγωγα
φθορίζω, φθορίτης, φθορίωση.
Σύνθετα
αποφθορίωση, διφθοριούχος, τετραφθοριούχος, υδροφθόριος, φθοριούχος, φθοριολαμπής.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φθόριο», σ. 889. https://navalhistory.gr/lexiko/φθοριο/