φωσφορικός
-ή, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον φώσφορο
- (χημ.) αυτός που περιέχει φώσφορο.
Ετυμολογία
< γαλλ. phosphorique < phosphor(e) [= φωσφόρ(ος)] + -ique [= -ικός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωσφορικός», σ. 903. https://navalhistory.gr/lexiko/φωσφορικοσ/