navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φωσφορικός

φωσφορικός

-ή, -ό, επίθ.

  1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον φώσφορο
  2. (χημ.) αυτός που περιέχει φώσφορο.

Ετυμολογία

< γαλλ. phosphorique < phosphor(e) [= φωσφόρ(ος)] + -ique [= -ικός].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φωσφορικός», σ. 903. https://navalhistory.gr/lexiko/φωσφορικοσ/