άμπωτη
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(γεωγρ.) υποχώρηση των υδάτων από την παραλιακή ζώνη και επαναφορά τους στην αρχική τους θέση μετά τη φάση της παλίρροιας, συνών. φυρονεριά, αντών. πλημμυρίδα, φουσκονεριά.
Ετυμολογία
< αρχ. ἄμπωτις < ἀνάπωτις < ἀνα + πίνω [= αναρροφώ].
Επιρρήματα
γεν. της άμπωτης / της αμπώτιδος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «άμπωτη», σ. 74. https://navalhistory.gr/lexiko/αμπωτη/