φλάινγκ ντάτσμαν
το, άκλ. ουσ.
(αθλητ.) ιστιοπλοϊκό σκάφος για δύο άτομα, με μήκος 6,05 μ. και πλάτος 1,7 μ. με τρία πανιά των 18 τ.μ. ως επιφάνεια, ολυμπιακό άθλημα από το 1960.
Ετυμολογία
< αγγλ. flying [= ιπτάμενος] + Dutchman [= Ολλανδός], ονομασία προς τιμήν του Ολλανδού κατασκευαστή του σκάφους.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φλάινγκ ντάτσμαν», σ. 891. https://navalhistory.gr/lexiko/φλαινγκ-ντατσμαν/