navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Φ › φασκιά

φασκιά

η, ουσ.

  1. (ενδυμ.) φαρδιά και μαλακή λουρίδα με την οποία τύλιγαν τα νεογέννητα
  2. μονωτική επένδυση.

Ετυμολογία

< μτγν. φασκία < λατιν. fascia [= ταινία, επίδεσμος].

Παράγωγα

φασκιώνω, φάσκιωμα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φασκιά», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φασκια/