φασκιά
η, ουσ.
- (ενδυμ.) φαρδιά και μαλακή λουρίδα με την οποία τύλιγαν τα νεογέννητα
- μονωτική επένδυση.
Ετυμολογία
< μτγν. φασκία < λατιν. fascia [= ταινία, επίδεσμος].
Παράγωγα
φασκιώνω, φάσκιωμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «φασκιά», σ. 887. https://navalhistory.gr/lexiko/φασκια/