υπόδημα
το, ουσ.
(ενδυμ.) προστατευτική κατασκευή για την προστασία του ποδιού, συνών. παπούτσι.
Ετυμολογία
< αρχ. ὑπο-δέω [= υποδένω τα πόδια, δηλ. ποδαίνω, διότι τα σανδάλια ή τα πέδιλα προσδένονταν με λουριά στα πόδια].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπόδημα», σ. 872. https://navalhistory.gr/lexiko/υποδημα/