υψικάμινος
η, ουσ.

- μεταλλουργική κάμινος μεγάλου ύψους, που αντέχει σε υψηλές θερμοκρασίες, εντός της οποίας λιώνει ο σίδηρος και μεταβάλλεται σε: α) ατσάλι [χάλυβας] με τη συνδρομή άνθρακα που δεν υπερβαίνει το 2,14%, με λιγότερο από 1,0% μαγγάνιο και πολύ μικρά ποσοστά πυριτίου, φωσφόρου, θείου και οξυγόνου, αλλά και β) χυτοσίδηρου, [μαντέμι] κράμα σιδήρου με άνθρακα σε περιεκτικότητα μεγαλύτερη από 2,1%, γ) για την παραγωγή διαφόρων άλλων κραμάτων
- (συνεκδ.) εργοστάσιο παραγωγής χυτοσιδήρου
- (λογοτ.) «Υψικάμινος», η πρώτη ποιητική συλλογή του Ανδρέα Εμπειρίκου.
Ετυμολογία
< ὕψι [αρχ. επίρρ.] [= α) σε υψηλό σημείο, ψηλά, σε ύψος, β) στο ανοικτό πέλαγος, στην ανοικτή θάλασσα] + κάμινος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υψικάμινος», σ. 880. https://navalhistory.gr/lexiko/υψικαμινοσ/