υπεραγωγιμότητα
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυσ.) η ιδιότητα ορισμένων υλικών [αγωγών], ιδιαίτερα μετάλλων ή κραμάτων ή κεραμικών, να εμφανίζουν απότομη μείωση της ηλεκτρικής τους αντίστασης, έως μηδενική, όταν ψύχονται.
Ετυμολογία
< υπερ- + αγωγιμ(ότης) + [κατάλ.] -ότητα, μτφρδ. από την αγγλ. superconductivity.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπεραγωγιμότητα», σ. 867. https://navalhistory.gr/lexiko/υπεραγωγιμοτητα/