υπερηχητικός
-ή, -ό, επίθ.
(φυσ.) αυτός που αναφέρεται ή σχετίζεται με τους υπερήχους και τις εφαρμογές τους, (φρ.) «υπερηχητική ταχύτητα / συχνότητα», «υπερηχητικό αεροσκάφος».
Ετυμολογία
< υπερ- + ηχητικός, μτφρδ. από την αγγλ. supersonic.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υπερηχητικός», σ. 868. https://navalhistory.gr/lexiko/υπερηχητικοσ/