υδρομηχανική
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυσ.) κλάδος της Μηχανικής που ασχολείται με την κίνηση και την ηρεμία των ρευστών σωμάτων, διαιρείται σε υδροδυναμική και υδροστατική, τεχνική εφαρμογή της υδρομηχανικής αποτελεί η υδραυλική.
Ετυμολογία
< γαλλ. hydromécanique ή αγγλ. hydromechanic < υδρο- [< αρχ. ὕδωρ] + μηχανική.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδρομηχανική», σ. 864. https://navalhistory.gr/lexiko/υδρομηχανικη/