υδροστατική
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυσ.) κλάδος της μηχανικής των ρευστών [υδρομηχανικής], που μελετά την ισορροπία και την πίεση των υγρών.
Ετυμολογία
< γαλλ. hydrostatique < hydro- [= ὑδρο- [< αρχ. ὕδωρ] + statique [= στατική], αγγλ. hydrostatics.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδροστατική», σ. 865. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροστατικη/