υδροηλεκτρισμός
ο, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(φυσ.) ηλεκτρική ενέργεια που παράγεται από γεννήτριες που λειτουργούν με τη ροή του νερού [συνήθως σε σημεία ελεγχόμενων υδατοπτώσεων].
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < γαλλ. hydroélectricité < hydro < αρχ. ὕδωρ + [γαλλ.] électricité < λατιν. electr(um) < αρχ. ἤλετρ(ον) [= κεχριμπάρι] + -ité, [= -ισμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «υδροηλεκτρισμός», σ. 863. https://navalhistory.gr/lexiko/υδροηλεκτρισμοσ/