τσιμέντο
το, ουσ.
- οικοδομικό υλικό που παράγεται από ασβεστόλιθο και άργιλο που όταν αναμιχθεί με νερό μετατρέπεται σε συμπαγή και αδιαπέραστο λίθο, (φρ.) «τσιμέντο ταχείας πήξεως»,
- (συνεκδ.) το τσιμεντοκονίαμα.
Ετυμολογία
< γερμ. Zement, ή
ή < ιταλ. cemento < λατιν. caementum [= ακατέργαστος λίθος, χαλίκι] < caedere [= κόβω].
Παράγωγα
τσιμεντάρω και τσιμεντώνω.
Σύνθετα
τσιμεντοκονίαμα, τσιμεντοκονία, τσιμεντοβιομηχανία, τσιμεντόβεργα, τσιμεντόπλακα, τσιμεντοσανίδα, τσιμεντούπολη, τσιμεντόχρωμα, τσιμεντοσωλήνας, τσιμεντόλιθος, τσιμεντόπλοιο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τσιμέντο», σ. 853. https://navalhistory.gr/lexiko/τσιμεντο/