navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τριβέας

τριβέας

ο, ουσ.

  1. (τεχνολ.) κυλινδρικό εξάρτημα μηχανών στο οποίο στηρίζεται η άτρακτος [δηλ. ο άξονας] ή κάποιο άλλο τμήμα που περιστρέφεται, κουζινέτο, έδρανο
  2. μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λείανση σκληρών επιφανειών, τριβείο, (φρ.) «τριβέας ολίσθησης», «ωστικός τριβέας»,
  3. (επάγγ.) εργαζόμενος που τρίβει επιφάνειες.

Ετυμολογία

< μτγν. τριβεύς, γεν. -έως < αρχ. τρίβω.

Σύνθετα

κυλισιοτριβέας.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριβέας», σ. 843. https://navalhistory.gr/lexiko/τριβεασ/