τόρνος
ο, ουσ.

(τεχνολ.) εργαλειομηχανή, που αφαιρεί από ένα κομμάτι ξύλου ή μετάλλου ή πλαστικού ή PVC ή κάποιου άλλου συμπαγούς προϊόντος, ανεπιθύμητο υλικό και εξασφαλίζει λεία και καμπυλωτή επιφάνεια, επίσης μπορεί να δημιουργεί σπείρωμα σε κυλινδρικό ή κωνικό σώμα, διάτρηση, φρεζάρισμα, ξεχόνδρισμα κ.λπ., (φρ.) «αυτοσχέδιος / χειροποίητος / μεταχειρισμένος / κατακόρυφος / οριζόντιος / επιτραπέζιος / γενικής χρήσεως / μηχανουργικός / ηλεκτρικός / ιμαντοκίνητος / ποδοκίνητος / κοχλιοτόμος / τοξωτός / μετωπικός τόρνος», «τόρνος πάγκου / πυργωτός».
Ετυμολογία
< αρχ. τόρνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τόρνος», σ. 836. https://navalhistory.gr/lexiko/τορνοσ/