τριβείο
το, ουσ.

(τεχνολ.) μηχάνημα που χρησιμοποιείται για τη λείανση σκληρών επιφανειών, (φρ.) «τριβείο ηλεκτρικό / παλμικό / τοίχου / περιστροφικό / έκκεντρο / δέλτα / αέρος / χούφτας / τηλεσκοπικό / λειαντήρας».
Ετυμολογία
< τριβ(εύς) + -είο(ν).
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τριβείο», σ. 843. https://navalhistory.gr/lexiko/τριβειο/