navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τρίσπαστος

τρίσπαστος

-η, -ο, επίθ.

  1. αυτός που ανασύρει
  2. για μηχανήματα καθέλκυσης πλοίων που είναι διαρθρωμένα σε τρία κομμάτια
  3. (τεχνολ.) [το ουδ. ως ουσ.] το τρίσπαστο, ονομασία χειρουργικού εργαλείου.

Ετυμολογία

< τρι- (< τρία) + σπαστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τρίσπαστος», σ. 846. https://navalhistory.gr/lexiko/τρισπαστοσ/