τέλος
το, ουσ.
- το τελευταίο σημείο στο οποίο ολοκληρώνεται κάποια ενέργεια, το έσχατο σημείο, ολοκλήρωση εργασιακής περιόδου
- ειδικός φόρος [δες τέλη]
- (ειδικότ.) αφανισμός, παρακμή
- (γνωμικό) «μηδένα πρό τοῦ τέλους μακάριζε», μη καλοτυχίζεις κανέναν πριν δεις το τέλος του [φράση του Σόλωνα προς τον Κροίσο].
Ετυμολογία
< αρχ. τέλος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλος», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελοσ/