navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Τ › τέλος

τέλος

το, ουσ.

  1. το τελευταίο σημείο στο οποίο ολοκληρώνεται κάποια ενέργεια, το έσχατο σημείο, ολοκλήρωση εργασιακής περιόδου
  2. ειδικός φόρος [δες τέλη]
  3. (ειδικότ.) αφανισμός, παρακμή
  4. (γνωμικό) «μηδένα πρό τοῦ τέλους μακάριζε», μη καλοτυχίζεις κανέναν πριν δεις το τέλος του [φράση του Σόλωνα προς τον Κροίσο].

Ετυμολογία

< αρχ. τέλος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέλος», σ. 823. https://navalhistory.gr/lexiko/τελοσ/