τέναγος
το, ουσ.
(αρχαιοπρ.) υδροβιότοπος με στάσιμα νερά, αβαθή νερά σε θάλασσα ή σε ποτάμια, συνών. βάλτος, έλος.
Ετυμολογία
< αρχ. τέναγος, -εος, το (< τείνω) [= λιμνοθάλασσα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «τέναγος», σ. 824. https://navalhistory.gr/lexiko/τεναγοσ/