έλος
το, ουσ.
(γεωγρ.) εδαφική περιοχή που καλύπτεται από αβαθή και στάσιμα νερά με ξεχωριστό είδος βλάστης, συνών. τέλμα, βάλτος, λούτσα, τέναγος.
Ετυμολογία
< αρχ. ἕλος
Παράγωγα
ελώδης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «έλος», σ. 263. https://navalhistory.gr/lexiko/ελοσ/