navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύρτις και σύρτη

σύρτις

Και: σύρτη

η, ουσ. [γεν. σύρτεως]

αμμώδης ή βραχώδης περιοχή του θαλάσσιου πυθμένα, που μεταβάλλεται ως προς το σχήμα και τη θέση, ανύψωση ή καθίζηση, εξαιτίας υποθαλάσσιων ρευμάτων ή γεωλογικών μεταβολών, σε τέτοιο βαθμό, που να καθιστά επικίνδυνη την πλεύση του σκάφους, συνών. μπάγκος και πάγκος, (φρ.) «σύρτη θαλάσσιας ακτής», στενή μεταβαλλόμενη λωρίδα ξηράς που εκτείνεται κατά μήκος της ακτής και χωρίζει θάλασσα από λιμνοθάλασσα, «σύρτη εκβολής ποταμού», αμμώδης ύφαλος στην παράκτια ζώνη και μπροστά από εκβολή ποταμού που σχηματίζεται από θαλάσσια κύματα.

Ετυμολογία

< αρχ. σύρω, ή

ή < αρχ. σύρτις < Σύρτις [= 1. πόλη της Λιβύης, 2. τοπωνύμιο της Λιβυκής Θάλασσας] < αρχ. σύρω (ετυμ. εκδ. που δικαιολογείται από το στοιχείο της μεταβαλλόμενης παράκτιας ζώνης, στο γνωστό κόλπο της Σύρτις, λόγω του αμμώδους πυθμένα και εξαιτίας των θαλάσσιων ρευμάτων).

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύρτις και σύρτη», σ. 807. https://navalhistory.gr/lexiko/συρτισ-και-συρτη/