navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › συνδήκτορας

συνδήκτορας

ο, ουσ.

(εργαλ.) αλλιώς η μέγγενη [δες λ.].

Ετυμολογία

< αρχ. συνδήκτωρ < συν- + δηκτήρ [= καθένα από τα δύο σκέλη τανάλιας ή τσιμπίδας].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συνδήκτορας», σ. 802. https://navalhistory.gr/lexiko/συνδηκτορασ/