navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σφραγίζω

σφραγίζω

ρ. [μετβ.]

  1. βάζω σφραγίδα σε κάποιο δημόσιο έγγραφο ή σε εταιρική επιστολή ή σε αντικείμενο για να πιστοποιεί την γνησιότητα ή την κυριότητά του
  2. (συνεκδ.) κλείνω καλά κάτι
  3. (μτφ.) δίνω τέλος σε κάτι
  4. (ιατρ.) παρεμβαίνω και θεραπεύω χαλασμένο δόντι.

Ετυμολογία

< αρχ. σφραγίζω.

Παράγωγα

σφράγιση, σφράγισμα, σφραγιστής, σφραγισμός, σφραγιστήριο, σφραγιστικός, σφραγιστός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφραγίζω», σ. 812. https://navalhistory.gr/lexiko/σφραγιζω/