σφραγίζω
ρ. [μετβ.]
- βάζω σφραγίδα σε κάποιο δημόσιο έγγραφο ή σε εταιρική επιστολή ή σε αντικείμενο για να πιστοποιεί την γνησιότητα ή την κυριότητά του
- (συνεκδ.) κλείνω καλά κάτι
- (μτφ.) δίνω τέλος σε κάτι
- (ιατρ.) παρεμβαίνω και θεραπεύω χαλασμένο δόντι.
Ετυμολογία
< αρχ. σφραγίζω.
Παράγωγα
σφράγιση, σφράγισμα, σφραγιστής, σφραγισμός, σφραγιστήριο, σφραγιστικός, σφραγιστός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σφραγίζω», σ. 812. https://navalhistory.gr/lexiko/σφραγιζω/