navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σύριγμα

σύριγμα

το, ουσ.

  1. χαρακτηριστικός ήχος που ακούγεται ως σσ…, συνών. συριγμός
  2. αποδοκιμασία με σφύριγμα από τον παραπάνω ήχο.

Ετυμολογία

< αρχ. σύριγμα < συρίζω + - μα.

Παράγωγα

συριγματώδης.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σύριγμα», σ. 806. https://navalhistory.gr/lexiko/συριγμα/