συντήρηση
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
- διατήρηση είδους στην αρχική του κατάσταση, συνήθως τρόφιμου, από πιθανή αλλοίωσή του, αντών. φθορά, καταστροφή
- εργασία που γίνεται, πάνω σε πεπαλαιωμένο αντικείμενο, με σκοπό το σταμάτημα της φθοράς του
- τεχνικά μέτρα προστασίας των κινητήρων και άλλων μηχανικών στοιχείων που παίρνονται από ειδικευμένο προσωπικό
- (συνεκδ.) η διατροφή
- (τεχνολ.) ο χώρος του ψυγείου που τοποθετούνται τα τρόφιμα σε χαμηλή θερμοκρασία χωρίς να παγώνουν
- (πολιτ.) η τάση για παραμονή του πολιτικού γίγνεσθαι σε ξεπερασμένες μορφές διοίκησης, αντών. πρόοδος, ριζοσπαστισμός, μοντερνισμός.
Ετυμολογία
< μτγν. συντήρη(σις) [= διατήρηση] -ση.
Αντώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «συντήρηση», σ. 805. https://navalhistory.gr/lexiko/συντηρηση/