navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › στάνταρ(ντ)

στάνταρ(ντ)

το, άκλ. ουσ.

  1. τύπος βιομηχανικού προϊόντος που διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες
  2. [επίθ.] σταθερό, σίγουρο
  3. [επίρρ.] ασφαλής
  4. [πληθ.] οι προδιαγραφές.

Ετυμολογία

< αγγλ. standard [= καθιερωμένος] < stand [= σταμάτημα, πάγκος].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στάνταρ(ντ)», σ. 781. https://navalhistory.gr/lexiko/στανταρντ/