στάνταρ(ντ)
το, άκλ. ουσ.
- τύπος βιομηχανικού προϊόντος που διατίθεται σε μεγάλες ποσότητες
- [επίθ.] σταθερό, σίγουρο
- [επίρρ.] ασφαλής
- [πληθ.] οι προδιαγραφές.
Ετυμολογία
< αγγλ. standard [= καθιερωμένος] < stand [= σταμάτημα, πάγκος].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «στάνταρ(ντ)», σ. 781. https://navalhistory.gr/lexiko/στανταρντ/