navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Π › πτερό(ν)

πτερό(ν)

το, ουσ.

  1. (ορνιθ.) φτερό
  2. α) πτερύγιο, β) εξάρτημα του έλικα ή της προπέλας [λεπίδα]
  3. οτιδήποτε φτερωτό
  4. (αρχιτ.) κιονοστοιχία σε εξωτερικό περιστύλιο ναού.

Ετυμολογία

< μτγν. πτερόν.

Επιρρήματα

πτερόρροια, πτεροφυΐα, πτεροφόρος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πτερό(ν)», σ. 714. https://navalhistory.gr/lexiko/πτερον/