πτερό(ν)
το, ουσ.
- (ορνιθ.) φτερό
- α) πτερύγιο, β) εξάρτημα του έλικα ή της προπέλας [λεπίδα]
- οτιδήποτε φτερωτό
- (αρχιτ.) κιονοστοιχία σε εξωτερικό περιστύλιο ναού.
Ετυμολογία
< μτγν. πτερόν.
Επιρρήματα
πτερόρροια, πτεροφυΐα, πτεροφόρος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πτερό(ν)», σ. 714. https://navalhistory.gr/lexiko/πτερον/