σκάρος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) είδος ψαριού που το συναντάμε σε θερμές θάλασσες και ειδικότερα στη Μεσόγειο, τρέφεται με φύκια και μικρά ασπόνδυλα, η επιστ. του ονομ. Sparisoma cretense [διώνυμο], γνωστό και ως «παπαγάλος της θάλασσας», γιατί; κατά τον Αριστοτέλη, «σκάρον, ὃς δὴ καὶ δοκεῖ μόνος ἰχθὺς μηρυκάζειν», δηλ. [το ψάρι που ονομάζουν] σκάρο, ο οποίος μάλιστα φαίνεται πως είναι το μόνο ψάρι που μηρυκάζει.
Ετυμολογία
< αρχ σκαίρω [= χοροπηδώ, σπαρταρώ, σκιρτώ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σκάρος», σ. 764. https://navalhistory.gr/lexiko/σκαροσ/