σιλανσιέ
το, άκλ. ουσ.
(μηχανολ.) ο σιγαστήρας [δες λ.] μηχανών ή όπλων.
Ετυμολογία
< γαλλ. silencieux.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σιλανσιέ», σ. 760. https://navalhistory.gr/lexiko/σιλανσιε/