πυρήνας
ο, ουσ.
- το σκληρό εσωτερικό σπέρμα ορισμένων σαρκωδών καρπών, το κουκούτσι
- (βιολ.) το κεντρικό τμήμα του κυττάρου
- (φυσ.) το κεντρικό σωματίδιο της ύλης, που αποτελείται από πρωτόνια και νετρόνια
- (αστρον.) το κέντρο ενός ουράνιου σώματος, ενός αστέρα ή ενός γαλαξία
- (μτφ.) ομάδα προσώπων που την χαρακτηρίζει η μυστικιστική οργανωτική σχέση.
Ετυμολογία
< αρχ. πυρήν, αιτ. -ῆνα [= κουκούτσι].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «πυρήνας», σ. 717. https://navalhistory.gr/lexiko/πυρηνασ/