navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σανίδα

σανίδα

η, ουσ.

  1. μακρύ ορθογώνιο ξύλο, μικρού πάχους, από 2 έως 5 cm, διαφόρων μεγεθών σε μήκος και πλάτος, κατάλληλο για πατώματα, ταβάνια, οικοδομικές εργασίες ή διακοσμητικές παρεμβάσεις, συνών. τάβλα
  2. (μτφ.) η αδύνατη γυναίκα.

Ετυμολογία

< αρχ. σανίς, γεν. σανίδος.

Παράγωγα

σανιδάς, σανιδένιος, σανιδάδικο, σανιδώνω.

Σύνθετα

σανιδόδεσμος, σανιδοπάσσαλος, σανιδόσκαλα, σανιδόφραχτος και σανιδόφρακτος, σανιδοπώλης.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σανίδα», σ. 745. https://navalhistory.gr/lexiko/σανιδα/