σαμούτσα
η, ουσ.

(εργαλ.) είδος σφυριού με διχαλωτή κεφαλή στη μία άκρη, που είναι κατάλληλο για εργασίες ξυλουργικής φύσεως, ειδικότερα για κάρφωμα και αφαίρεση καρφιών από σανιδώματα και μαδέρια.
Ετυμολογία
< ίσως από το λατιν. sem-uncia.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαμούτσα», σ. 744. https://navalhistory.gr/lexiko/σαμουτσα/