navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Σ › σαλάδο

σαλάδο

το, ουσ.

(τρόφ.) είδος παστού κρέατος που συντηρείται μέσα σε βαρέλι.

Ετυμολογία

< ισπαν. salado < salar [= αλατίζω] < λατιν. sal [= αλάτι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σαλάδο», σ. 741. https://navalhistory.gr/lexiko/σαλαδο/