ρώσος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) βενθικό είδος ψαριού που πέρασε στη Μεσόγειο από τη διώρυγα του Σουέζ, η επιστ. του ονομ.: Sargocenton rubrum [διώνυμο], χαρακτηριστικό του σώματός του το κοκκινοπορτοκαλί χρώμα του, με τις λευκές ραβδώσεις και το μεγάλο δηλητηριώδες αγκάθι του, το μήκος του 10 έως 20 εκ., τρέφεται με μικρά ψαράκια, μαλάκια και αρθρόποδα.
Ετυμολογία
ίσως η ονομασία του προέρχεται από το ινδοϊρανικό ruxs/roxs που σημαίνει ανοιχτόχρωμος, φωτεινός.
Από τον Τύπο
«Συναγερμός στο Αιγαίο: Νέες αφίξεις από δηλητηριώδη ψάρια». «Όπως εύκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί, πρόκειται για ένα μεγάλο ποσοστό. Από αυτά τα 1.000 και πλέον είδη, στα ελληνικά νερά γνωρίζουμε την ύπαρξη τουλάχιστον 240, ενώ συγκεκριμένα στα νερά της Ρόδου και γενικότερα των Δωδεκανήσων έχουμε καταγράψει πάνω από 130 είδη».
Απόσπασμα από συνέντευξη της θαλάσσιας βιολόγου και συγγραφέως Μαρίας Corsini- Φωκά, του Υδροβιολογικού Σταθμού Ρόδου, του Ινστιτούτου Ωκεανογραφίας του ΕΛΚΕΘΕ με αναφορά στη «Λεσσεψιανή μετανάστευση» [δηλ. στη μετανάστευση θαλάσσιων οργανισμών της Ερυθράς Θάλασσας μέσω της διώρυγας του Σουέζ, στη Μεσόγειο]. https://www.hcmr.gr/el/newsΣ
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρώσος», σσ. 738-739. https://navalhistory.gr/lexiko/ρωσοσ/