σακ(κ)οράφα
η, ουσ.
- μεγάλη και χοντρή βελόνα κατάλληλη για το ράψιμο λινών υφασμάτων, σακοβελόνα
- (ιχθυολ.) σπάνιο ενδημικό είδος ψαριού της Μεσογείου, γνωστό και ως κατουρλίδα, αγαπά τόσο τις ακτές, τις λιμνοθάλασσες, τις εκβολές των ποταμών, όσο και τις φυκιάδες με την πλούσια πανίδα τους, θα το συναντήσουμε από 5 μέτρα βάθος και πάνω, το σώμα του λεπτό και μακρύ, έτσι που να θυμίζει λεπτό φίδι ή φύκι, η επιστ. του ονομ.: Syngnathus abaster.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] μεγεθ. του μσν. σακκοράφιον < σάκκος + -ράφιον < ραφή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «σακ(κ)οράφα», σ. 740. https://navalhistory.gr/lexiko/σακκοραφα/