ρυτός,1
-ή, -όν, επίθ.
αυτός που ρέει, που κυλάει.
Ετυμολογία
< ῥυτός < ῥέω [= κυλώ ορμητικά, αναβλύζω, τρέχω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυτός,1», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυτοσ-1/