ρύπος
ο, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
- βρομιά, συνών. λέρα, ακαθαρσία, λίγδα
- κάθε ανόργανη ή οργανική ουσία που ρυπαίνει [μολύνει] το περιβάλλον, 2. (μτφ.) κατηγορία, αρνητικό σχόλιο που αμαυρώνει την αξιοπρέπεια και την ηθική υπόσταση του ατόμου, όνειδος, ντροπή.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥύπος [= βρομιά], [για τη 2η ερμ.] σημδ. από την αγγλ. pollution.
Παράγωγα
ρυπαίνω, ρυπαρός.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρύπος», σ. 737. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυποσ/