ρυθμίζω
ρ. [μετβ.]
- διευθετώ, ρεγουλάρω, κανονίζω, τακτοποιώ
- κάνω κάτι να λειτουργεί ή να κινείται ομαλά και στον σωστό πάντοτε χρόνο η κάθε κίνηση.
Ετυμολογία
< ῥυθμίζω [= ταχτοποιώ].
Παράγωγα
ρυθμιστικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυθμίζω», σ. 736. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυθμιζω/