navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρυθμίζω

ρυθμίζω

ρ. [μετβ.]

  1. διευθετώ, ρεγουλάρω, κανονίζω, τακτοποιώ
  2. κάνω κάτι να λειτουργεί ή να κινείται ομαλά και στον σωστό πάντοτε χρόνο η κάθε κίνηση.

Ετυμολογία

< ῥυθμίζω [= ταχτοποιώ].

Παράγωγα

ρυθμιστικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρυθμίζω», σ. 736. https://navalhistory.gr/lexiko/ρυθμιζω/