ροή
η, ουσ. [αρχ.]
- κίνηση του υγρού προς ορισμένη κατεύθυνση
- (μτφ.) μεταβολή μιας κατάστασης από τη μια στιγμή στην άλλη
- (φρ.) «ακτινική / αξονική / μαγνητική / συνδετική ροή».
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ροή», σ. 733. https://navalhistory.gr/lexiko/ροη/