navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ρίπτω και ρίχνω

ρίπτω

Και: ρίχνω

ρ. [μετβ.]

  1. κάνω κάτι να πέσει από κάποιο ύψος ή να τιναχθεί προς μία κατεύθυνση
  2. γκρεμίζω
  3. ανατρέπω
  4. (μτφ.) α) κερδίζω τη συναίνεση κάποιου, β) μειώνω.
  5. (εκφρ.) «ρίχνω ξύλο», δέρνω, «ρίχνω μια ματιά», κοιτώ κάτι πρόχειρα, «ρίχνω λάδι στη φωτιά», επιδεινώνω μια κατάσταση, «ρίχνω φως», φωτίζω, «ρίχνει καρεκλοπόδαρα», βρέχει δυνατά, «ρίχνω μπόι», ψηλώνω κ.ά.

Ετυμολογία

< αρχ. ῥίπτω [= ρίχνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίπτω και ρίχνω», σσ. 732-733. https://navalhistory.gr/lexiko/ριπτω-και-ριχνω/