ρίπτω
Και: ρίχνω
ρ. [μετβ.]
- κάνω κάτι να πέσει από κάποιο ύψος ή να τιναχθεί προς μία κατεύθυνση
- γκρεμίζω
- ανατρέπω
- (μτφ.) α) κερδίζω τη συναίνεση κάποιου, β) μειώνω.
- (εκφρ.) «ρίχνω ξύλο», δέρνω, «ρίχνω μια ματιά», κοιτώ κάτι πρόχειρα, «ρίχνω λάδι στη φωτιά», επιδεινώνω μια κατάσταση, «ρίχνω φως», φωτίζω, «ρίχνει καρεκλοπόδαρα», βρέχει δυνατά, «ρίχνω μπόι», ψηλώνω κ.ά.
Ετυμολογία
< αρχ. ῥίπτω [= ρίχνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρίπτω και ρίχνω», σσ. 732-733. https://navalhistory.gr/lexiko/ριπτω-και-ριχνω/