ραντάρ
το, άκλ. ουσ.
(τεχνολ.) συσκευή ή σύστημα εντοπισμού κινητών ή ακίνητων αντικειμένων [χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου για τον εντοπισμό πλοίων και αεροσκαφών], συνών. ραδιοεντοπιστής, (φρ.) «ραντάρ ανιχνεύσεως επιφάνειας / ανιχνεύσεως αέρα / μετεωροειδών / ελέγχου προσγειώσεως αεροσκαφών / ελέγχου πυρός / μετρήσεως ταχύτητας / ανίχνευσης κίνησης / συναγερμού», «υψομετρικό / μετεωρολογικό / παλμικό / υποθαλάσσιο ναυτικό / φωτογραφικό / υδραυλικό / παθητικό / ανοικτού τύπου / ανακλαστήρας / παράκτιο ραντάρ».
Ετυμολογία
< (αρκτικόλεξο) radar (από τα αρχικά των αγγλικών λ. ra-dio d-etection a-nd r-anging [= ραδιοανίχνευση και προσδιορισμός].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραντάρ», σ. 726. https://navalhistory.gr/lexiko/ρανταρ/