ρακόρ
το, άκλ. ουσ.

- (τεχνολ.) α) κομμάτι σωλήνα που ενώνει στεγανά δυο άλλους σωλήνες μεταξύ τους, β) ειδικό σωληνάκι που φέρνει τη βενζίνη στη μηχανή του αυτοκινήτου
- (κινημ.) τρόπος σύνδεσης δυο κινηματογραφικών πλάνων.
Ετυμολογία
< γαλλ. raccord [= ένωση] < από το ρ. raccorder [= συνδέω, ενώνω] < re- + accorder.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ρακόρ», σ. 725. https://navalhistory.gr/lexiko/ρακορ/