navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Ρ › ραδιοφάρος

ραδιοφάρος

ο, ουσ.

(τεχνολ.) α) επίγειος ραδιοπομπός που εκπέμπει με ερτζιανά κύματα ένα χαρακτηριστικό σήμα ως ταξιδιωτική βοήθεια προς τα πλοία και τα αεροπλάνα για να μπορούν, με τη λήψη των σημάτων αυτών, να προσδιορίσουν την πορεία τους ή τη θέση τους, β) ο ραδιοφωνικός σταθμός.

Ετυμολογία

< ραδιο- + φάρος, μτφρδ. από τη γαλλ. radiophare < ραδιο2- < λατιν. radius [= ακτίνα] + phare [= προβολέας, φάρος] < μτγν. φάρος < αρχ. Φάρος [= νησί στο λιμάνι της Αλεξάνδρειας στο οποίο οικοδομήθηκε ο φάρος της πόλης].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «ραδιοφάρος», σ. 725. https://navalhistory.gr/lexiko/ραδιοφαροσ/